...και ξεπλένω για τέταρτη φορά , μα δείχνει να μην έχασε καθόλου απο το χρώμα του, καθόλου απο τη μυρωδιά του και καθόλου απο τη λάμψη του.
Πράσινο είναι το χρώμα σου.
Με μια βαριά και χοντρή αλυσίδα αναδύω ελπίδες, που βύθισα τρομαγμένη στη θάλασσα.
Θυμάσαι? Χειμώνας ήταν. Βούτηξα πανικόβλητη στα κύματα, ντυμένη στα μαύρα.
Γιατί να κρυώνω? Είχα κλάψει τόσο πολύ που το σώμα μου ήταν πιο ζεστό απο ποτέ.
Κολύμπησα βαθιά, με μια ανάσα. Δεύτερη σάρκα, τα ρούχα μου. Έψαξα για την καλύτερη κρυψώνα, δίπλα σε ένα πράσινο βότσαλο. Πράσινο πρέπει να ήταν... Κι αν δεν ήταν...
Πράσινο θα λέω εγώ πως ήταν, γιατί τα πράσινα μαζεύω πάντα για σένα.
Έσκαψα πολύ και η ανάσα μου τελείωνε. Παρατημένες ελπίδες μέσα σε ένα σιδερένιο κουτί.
Δικό σου ήταν κι αυτό. Δεν μου το έδωσες, μην μπερδεύεσαι...Μόνη μου το πήρα. Μη θυμώνεις, παραμένει δικό σου.
Αγόρασα την αλυσίδα, ξανά φόρεσα μαύρα και οδήγησα μέχρι την παραλία. Δεν ξέρω ακόμα, γιατί ήθελα σήμερα να αρχίσω να ελπίζω ξανά. Ίσως για να σε αγαπήσω για δεύτερη φορά.
Δεν ξέρω, μπορεί τώρα να είναι και η πρώτη φορά που σ' αγαπώ. Δεν είμαι βέβαιη.
Αλλά, να... Τώρα είμαι πιο μεγάλη, το σκέφτομαι αλλιώς. Μάτωσαν τα χέρια μου, μελάνιασαν τα χείλη μου, δάκρυσαν τα μάτια μου, πάλι. Τραβάω μια τελευταία φορά,και τα μαλλιά μου μαζί μπλεγμένα στην αλυσίδα, βγάζω το κουτί έξω και το άνοιγω. Δεν υπήρχε ούτε μια ελπίδα μέσα. Ούτε μια ρε. Και το βότσαλο... μη με ρωτάς καν. Δεν υπάρχουν πια πράσινα βότσαλα. Τα μάζεψα όλα για σένα.
Θυμάσαι? Χειμώνας ήταν. Βούτηξα πανικόβλητη στα κύματα, ντυμένη στα μαύρα.
Γιατί να κρυώνω? Είχα κλάψει τόσο πολύ που το σώμα μου ήταν πιο ζεστό απο ποτέ.
Κολύμπησα βαθιά, με μια ανάσα. Δεύτερη σάρκα, τα ρούχα μου. Έψαξα για την καλύτερη κρυψώνα, δίπλα σε ένα πράσινο βότσαλο. Πράσινο πρέπει να ήταν... Κι αν δεν ήταν...
Πράσινο θα λέω εγώ πως ήταν, γιατί τα πράσινα μαζεύω πάντα για σένα.
Έσκαψα πολύ και η ανάσα μου τελείωνε. Παρατημένες ελπίδες μέσα σε ένα σιδερένιο κουτί.
Δικό σου ήταν κι αυτό. Δεν μου το έδωσες, μην μπερδεύεσαι...Μόνη μου το πήρα. Μη θυμώνεις, παραμένει δικό σου.
Αγόρασα την αλυσίδα, ξανά φόρεσα μαύρα και οδήγησα μέχρι την παραλία. Δεν ξέρω ακόμα, γιατί ήθελα σήμερα να αρχίσω να ελπίζω ξανά. Ίσως για να σε αγαπήσω για δεύτερη φορά.
Δεν ξέρω, μπορεί τώρα να είναι και η πρώτη φορά που σ' αγαπώ. Δεν είμαι βέβαιη.
Αλλά, να... Τώρα είμαι πιο μεγάλη, το σκέφτομαι αλλιώς. Μάτωσαν τα χέρια μου, μελάνιασαν τα χείλη μου, δάκρυσαν τα μάτια μου, πάλι. Τραβάω μια τελευταία φορά,και τα μαλλιά μου μαζί μπλεγμένα στην αλυσίδα, βγάζω το κουτί έξω και το άνοιγω. Δεν υπήρχε ούτε μια ελπίδα μέσα. Ούτε μια ρε. Και το βότσαλο... μη με ρωτάς καν. Δεν υπάρχουν πια πράσινα βότσαλα. Τα μάζεψα όλα για σένα.
Η χωρίστρα.
Με έπιασε απο αυτί και φαβορίτα μαζί και με έσερνε σε όλη την τάξη.
Δεν έκλαψα ούτε και τότε. Ήξερα πως ήταν μεγάλος μαλάκας και ήθελα
να σηκωθώ στην έδρα και να το φωνάξω δυνατά, να το ακούσουν όλοι.
Μαζί με εμένα σέρνονταν και τρίχες απο τις πορτοκαλί πλεξούδες της
μπροστινής μου. Σύρια, με μητέρα Ολλανδή. Δε μιλούσε και πολύ.
Την πλάτη της θυμάμαι μόνο και τη χωρίστρα, στο πίσω μέρος του κεφαλιού
της, που χώριζε τον εγκέφαλο της σε δύο τμήματα. Συχνά χρησιμοποιούσα αυτή
τη χωρίστρα για να οριοθετώ στοιχεία της φαντασίας μου. Χώριζε το πρίν
απο το μετά, το χθές απο το σήμερα, το όμορφο απο το άσχημο, το έξυπνο απο
το χαζό, το καθαρό απο το βρώμικο και το αληθινό απο το ψεύτικο.
Με βοηθούσε να εικονικοποιήσω τις σκέψεις μου, την ώρα που η πιο δύσκολη
εξίσωση λυνόταν στον πίνακα. Η χωρίστρα σήμαινε το επόμενο μου βήμα, σήμαινε
το θράσος και την τόλμη που καθόλου δεν μου έλειπαν εκείνα τα χρόνια.
Τιμωρία στη γωνία με το ένα πόδι σηκωμένο και τώρα πια η χωρίστρα δεν φαίνεται απο εδώ που κάθομαι.
Δεν έκλαψα ούτε και τότε. Ήξερα πως ήταν μεγάλος μαλάκας και ήθελα
να σηκωθώ στην έδρα και να το φωνάξω δυνατά, να το ακούσουν όλοι.
Μαζί με εμένα σέρνονταν και τρίχες απο τις πορτοκαλί πλεξούδες της
μπροστινής μου. Σύρια, με μητέρα Ολλανδή. Δε μιλούσε και πολύ.
Την πλάτη της θυμάμαι μόνο και τη χωρίστρα, στο πίσω μέρος του κεφαλιού
της, που χώριζε τον εγκέφαλο της σε δύο τμήματα. Συχνά χρησιμοποιούσα αυτή
τη χωρίστρα για να οριοθετώ στοιχεία της φαντασίας μου. Χώριζε το πρίν
απο το μετά, το χθές απο το σήμερα, το όμορφο απο το άσχημο, το έξυπνο απο
το χαζό, το καθαρό απο το βρώμικο και το αληθινό απο το ψεύτικο.
Με βοηθούσε να εικονικοποιήσω τις σκέψεις μου, την ώρα που η πιο δύσκολη
εξίσωση λυνόταν στον πίνακα. Η χωρίστρα σήμαινε το επόμενο μου βήμα, σήμαινε
το θράσος και την τόλμη που καθόλου δεν μου έλειπαν εκείνα τα χρόνια.
Τιμωρία στη γωνία με το ένα πόδι σηκωμένο και τώρα πια η χωρίστρα δεν φαίνεται απο εδώ που κάθομαι.
Συναρμολόγησε με και φεύγουμε μαζί.
Μη φοβάσαι, θα σε κρύψω μέσα στη χούφτα μου.
Θα σε ντύσω με το δέρμα μου και θα σε τυλίξω
με τα μαλλιά μου, για να μην κρυώνεις.
Θα σου φορέσω τα μάτια μου για να βλέπεις
και θα σου κουμπώσω τα αυτιά μου για να ακούς.
Πόδια δεν έχω να σου δώσω για να τρέξεις,
κι αν φύγεις να ξέρεις ...
Εκεί που με άφησες, θα μείνω. Δεν θα έχω κινηθεί,
γιατί και τα χέρια μου υπολειτουργούν.
Θα σε πάρω απο το χέρι και θα σου δείξω πρός τα που κατευθυνόμαστε.
Αν θέλεις, εσύ που μπορείς..πήγαινε με.
Αν δεν σκορπίσεις τα μέλη μου, στο δρόμο,
με συναρμολογείς και φεύγουμε μαζί.
θα σε φυλάω στη χούφτα μου, θα είσαι ασφαλής.
Θα σε ντύσω με το δέρμα μου και θα σε τυλίξω
με τα μαλλιά μου, για να μην κρυώνεις.
Θα σου φορέσω τα μάτια μου για να βλέπεις
και θα σου κουμπώσω τα αυτιά μου για να ακούς.
Πόδια δεν έχω να σου δώσω για να τρέξεις,
κι αν φύγεις να ξέρεις ...
Εκεί που με άφησες, θα μείνω. Δεν θα έχω κινηθεί,
γιατί και τα χέρια μου υπολειτουργούν.
Θα σε πάρω απο το χέρι και θα σου δείξω πρός τα που κατευθυνόμαστε.
Αν θέλεις, εσύ που μπορείς..πήγαινε με.
Αν δεν σκορπίσεις τα μέλη μου, στο δρόμο,
με συναρμολογείς και φεύγουμε μαζί.
θα σε φυλάω στη χούφτα μου, θα είσαι ασφαλής.
Με άρωμα θανάτου.
Είναι πολύ έντονη η μυρωδιά που φτιάχνουμε εμείς οι δυο μαζί.
Είμαστε η πιο ακριβή κολώνια.
Πρώτα πέθανα εγώ για σένα και τώρα πεθαίνεις εσύ για μένα.
Αργοπεθαίνεις.
Μη νομίζεις, ούτε για μένα ήταν εύκολος θάνατος.
Και ποιός θάνατος ήταν ποτέ εύκολος, για να είναι ο δικός μας?
Πέθανα στον ύπνο μου, πέθανα όταν τοξικά δάκρυα κύλησαν στο μάγουλό μου,..
Σκότωσα μαζί κι εσένα που με έπεισες κάποτε οτι η μυρωδιά μας θα ταξιδεύει
για πάντα στους αιθέρες.
Είμαστε η πιο ακριβή κολώνια.
Πρώτα πέθανα εγώ για σένα και τώρα πεθαίνεις εσύ για μένα.
Αργοπεθαίνεις.
Μη νομίζεις, ούτε για μένα ήταν εύκολος θάνατος.
Και ποιός θάνατος ήταν ποτέ εύκολος, για να είναι ο δικός μας?
Πέθανα στον ύπνο μου, πέθανα όταν τοξικά δάκρυα κύλησαν στο μάγουλό μου,..
Σκότωσα μαζί κι εσένα που με έπεισες κάποτε οτι η μυρωδιά μας θα ταξιδεύει
για πάντα στους αιθέρες.
Κλείσε τα μάτια σου.
Κλείσ' τα. Σου είπα πως στο σκοτάδι θα μπορείς να αισθάνεσαι πιο έντονα.
Στο σκοτάδι θα μάθεις να μη φοβάσαι, θα μάθεις να υπολογίζεις τον πόνο.
Θα μάθεις να μυρίζεις τα σκατά.
Στο σκοτάδι θα μάθεις να μη φοβάσαι, θα μάθεις να υπολογίζεις τον πόνο.
Θα μάθεις να μυρίζεις τα σκατά.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)