Εραστές.


Κολλήσαμε πλάτη με πλάτη. Αν εγώ στρίψω αριστερά, εσύ ακολουθείς, χωρίς να έχεις το δικαίωμα επιλογής. Αριστερά εγώ ; Αριστερά κι εσύ. Δεξιά εσύ ; Δεξιά κι εγώ. Βρες τώρα ένα τρόπο για να συναντηθούμε εμείς οι δυο, αφού έχουμε τα χέρια μας δεμένα. 360° στροφές, γύρω από τον εαυτό μας κι ακόμα να σε αντικρύσω. Μοναδική μου παρηγοριά, ότι μας «έπιασαν» μαζί. Η πραγματική μας ένωση είναι στα χέρια. Το αριστερό δικό σου – δεξί δικό μου, δεξί δικό σου – αριστερό δικό μου. Και τρέμω, μήπως ιδρώσουν και αποχωριστούν. Κράτα με. Έτσι όταν θα σε χτυπούν. . θα πονάω εγώ, όταν δακρύζεις, θα δακρύζω. Όμηροι στην ίδια απαγωγή. Εραστές του λάθους / πάθους. Κοίτα, τώρα ανήκουμε στην ίδια συνομωσία.

White in August.


Σε ανώνυμα γράμματα θα σου στέλνω στοίβες τα λόγια. Δεν θα προλαβαίνω να σου περιγράψω τι νιώθω, δε θα προλαβαίνεις να ανασάνεις μέσα στο κατακαλόκαιρο. Μια ακόμα παράγραφος και σκουπίζεις τον ιδρώτα στους κροτάφους σου. Ένας ακόμη Αύγουστος κοχλάζει μπροστά μας. Μύρισε τις καλαμωτές, τις φλούδες καρπουζιού, τα πηχτά αντιηλιακά, τη μυρωδιά από τα πλαστικά φουσκωτά στη θάλασσα. Φοβάμαι να σε αποχωριστώ. Πολύ φοβάμαι, πως δεν το θέλω να σε αποχωριστώ. Αυτό μου στοιχίζει περισσότερο. Αύγουστος, κι εσένα το δέρμα σου θα παραμένει λευκό, σα λευκόσαρκο ροδάκινο. Πλησιάζει η εποχή τους κι εσύ μόνο θα λείπεις. Αύγουστος, κι όταν σμίξουμε θα είμαστε σαν ασπρόμαυρη ταινία. Τα πρώτα μας λεπτά, βουβός κινηματογράφος. Αδυνατώ να οραματιστώ το τέλος αυτή τη φορά. Μη μου πεις ότι μπορείς εσύ. .Εγώ είμαι ερασιτέχνης.

Πρόχειρα μηνύματα.


Κι από τότε, κάθε βράδυ σκέφτομαι πως ίσως ταξιδεύεις και να σου τηλεφωνήσω. Πως ίσως ταξιδεύεις, με τρόπο, που εύκολα θα σε περνούσαν για μοναχικό άτομο, και πολύ θα ΄θελα να σου κρατήσω συντροφιά. Να σου κρατήσω,; Να μου κρατήσεις; Θα τό ΄θελα πάντως. Αν υπάρχει για τον καθένα μας κάτι που μας συμπληρώνει, τότε εγώ έχασα κάθε επαφή μ' αυτό. Αν κι αυτό,το περίμενα να το αισθανθώ. Ήθελα να μπορώ να δω τα πράγματα απο άλλη οπτική γωνία. Αλλά ξέρεις, σε όποια γωνία κι αν σταθώ, μου είναι αδύνατο να σε δω. Κύκλους σε φέρνω και χάνω το επίκεντρο. Κι από τότε, κάθε βράδυ σκέφτομαι πως δεν μου αρέσει να κοιμάμαι χωρίς εσένα. Είναι, λένε ο ύπνος, απο τις πιο σημαντικές ώρες του εικοσιτετραώρου. Αυτό πιστεύω κι εγώ, γιατί τότε μόνο μπορώ να σε δω. Καληνύχτα.

Retreat! Retreat!


Η αγκαλιά σου κλείδωσε. Κοιτάς στον καθρέφτη, μπροστά σου. Για δες.. Κάπου ανάμεσα στις ρωγμές, σα να βλέπεις εμένα, με τα χέρια σταυρωμένα, ιδρωμένα μόνο στα σημεία επαφής. Εσύ, εγώ , εμείς. Δεξί χέρι και αριστερό εφάπτονται τέλεια. Δεν τη λες παθητική αυτή μας τη στάση. Το σήμα, απαγορευτικό. Κι ό,τι μου απαγορεύει, μου φαίνεται αδύνατο. Ανοίγω τα χέρια μου - αμβλεία γωνία - για να σε υποδεχτώ. Κλειστοί οι δρόμοι, κατεβασμένα τα ρολά και μπροστά μου η επιγραφή "ΜΗΝ ΕΙΣΕΡΧΕΣΤΕ". Μια κηλίδα στο πάτωμα, αιμορραγώ. Δεν σoυ ζητώ το λόγο. Ήταν ο μόνος τρόπος να βγείς απο μέσα μου. Και με φρόντισες μέχρι και τώρα. Δεν με πυροβόλησες. Εσύ κουράστηκες, έσκισες το δέρμα μου και βγήκες. Και το απεύχομαι να δω έστω και μια σου σταγόνα να τρέχει. Είμαι άοπλη. "Κλείσε τα χέρια σου! Δεν τις αντέχουμε τις σφιχτές αγκαλιές", μου λες. Και μου απαγορεύεις την είσοδο, για να μη μπω, να μη σε ρημάξω. Τί κι αν ηλικιακά πληρώ τις προδιαγραφές? Τι κι αν μόλις με πρωτο αποκωδικοποίησε ο δέκτης σου, σου φάνηκα ακίνδυνη? Μόνη μου μπάζωσα το δρόμο. Σβήσαν ξανά τα φώτα. Εγώ τα έσβησα κι εσύ έκαψες την ασφάλεια. Θα έρθει ένα φεγγάρι να μας φωτίσει ξανά. Θα βλέπω να σ' αγκαλιάσω, χωρίς να σε τσαλαπατήσω, χωρίς να σηκώσω χώμα να σε πνίξω, χωρίς να σε κάνω να νιώσεις πως σε μισώ. Δεν θα σε αναγκάσω να με μισήσεις. Δεν θα σε αναγκάσω να μετανοιώσεις. Υποχωρώ.

Όταν φταίς εσύ, που ενοχλείς και ενοχλείσαι.

Για ποιά συλλογιστική πορεία μιλάς; Λες και υπήρξε ποτέ. Κριτική αυθαιρεσία κι εκφραστική συστολή -ποτέ κοινωνική-. Συστολή, στην ομαλή κύλιση της έκφρασής. Και τα εναπομείναντα συναισθήματα -με τη μυρωδιά σάρκας, που φλέγεται- καίγονται και διαστέλλονται. Η φλόγα εκτείνεται ασταμάτητα, ψάχνοντας νερό να ξεδιψάσει. Ακούγεται ευρύχωρο στ' αυτιά. Είναι όμως πολύ στριμωγμένο, στην ιδέα και μόνο. Εδώ έγκειται το μεγαλύτερο πρόβλημα. Φαντάσου, το πρόβλημα σαν ένα συμπαγές μεγάλο κουτί. Έξω απο αυτό, όλοι αντιλαμβάνονται τι συμβαίνει και κανείς δε μιλάει. Μέσα απο αυτό, διαταραχή της διακύμανσης του συναισθήματος. Τώρα είσαι εγκλωβισμένη. Θες να δεις τι κρύβεται εκεί έξω, αλλά είναι τόσο στριμωχτά, που σε αναγκάζει να εκλιπαρείς για απομόνωση, με στόχο να απλωθείς λίγο. Δεν χωράς. Δεν χωράς πια. Η πρώτη συνειδητοποίηση που έπρέπε να κάνει κανείς, έγινε μόλις. Προκαλείς συμφόρηση, που ΕΝΟΧΛΕΙ. Όταν ξεδιπλώνεις τις σκέψεις σου, με χαρακτηριστική αμεσότητα γλώσσας , διαύγεια των εικόνων και των μεταφορών που χρησιμοποιείς, αλλά με επιστημονική αμάθεια και ολοσχερή έλλειψη πνευματικής διαύγειας, - Ναι, τότε φαίνεται πως ενοχλείς. Κι εσένα κι εκείνους.

Ξεραμένο αίμα.


Κουρασμένη απ'τη φασαρία και τα δυο μου αυτιά βουίζουν. Κι αν αυτά βουίζουν, πώς μπορώ εγώ να ακούσω τις σκέψεις μου? Κι αν δεν έχω τελικά σκέψεις? Τι θα γίνει τότε? Ανησυχώ. Αδυνατώ να το προσδιορίσω. Ανοιξιάτικη απραγία και διανοητικό έλκος. Μια ξαφνική επιθυμία να ξεσφίξω την κυκλοθυμική μου ζώνη. Μυρίζω ξεραμένο αίμα. Πες μου, σε πλήγωσα πολύ? Ήταν βαθύ κόκκινο το αίμα που κύλησε στο στήθος σου? Λέκιασες τα σεντόνια μου. Ήσουν εδώ δίπλα μου και μόλις έφυγες? Εσύ ήσουν. Σε μυρίζω. Σε μυρίζω ακόμα. Ήσουν εδώ.

Θρασύδειλη.

Και όσο προχωρώ συνειδητοποιώ πως χάρη σε σένα έμαθα να περπατώ. Κι όταν κλείνω τα μάτια μου για να αισθανθώ, ξέρω πως εσύ, μου το 'μαθες κι αυτό. Κι όταν τα χάνω και δυσκολεύομαι να ανασάνω, σκέφτομαι πως, όσο εσύ δρόσιζες τα πνευμόνια μου, εγώ προλάβαινα μόνο να πω " ευχαριστώ". Από τη μια μου ανάσα, μέχρι την άλλη -λαχανιασμένη- ποτέ δε χαράμισα το "ευχαριστώ", ούτε για ένα "σ' αγαπώ". Τί δειλή.. Δειλή, με διδακτορικό στο φόβο. Θρασύδειλή! Μα πάλι δε μου ακούγεται αρκετό. Σε περίμενα. Αχ.. Ούτε κι εσύ ξέρεις πως σε περίμενα. Και όσο πολύ περίμενα να έρθεις σε μένα, άλλο τόσο περίμενα να φύγεις απο μένα. Ήθελα να νιώθω ότι σε πρόλαβα, ότι εγώ ήμουν εκείνη που αποφάσισε να φύγεις. Έτσι, δεν θα προλάβαινα να πληγωθώ, δεν θα προλάβαινα καν να στεναχωρηθώ. Και τι κατάλαβα? Έφυγες/. Και τώρα λείπεις. Κι εγώ σκουριασμένη, δύσκαμπτη και ακατανόητα ασαφής προσπαθώ να μου δώσω απαντήσεις. Γιατί τρέχω φοβισμένη? Γιατί τρέχω φοβισμένη προς την αντίθετη κατεύθυνση?