I love how you...


Φόρεσα τα ζεστά μου ρούχα και είπα πως φέτος, θα το αντέξω το κρύο. Έδεσα σφιχτά τα κορδόνια μου και είπα πως αυτή τη φορά δεν θα πέσω, δεν θα τα πατήσω. Οδήγησα το αμάξι και εγκαινίασα στα τζάμια μου, χειμερινή θολούρα από χνώτα. Όσα χρόνια κι αν περάσουν θα θυμάμαι τη ζωγραφιά σου στο τζάμι του αυτοκινήτου. Είναι από αυτές τις στιγμές, φωτογραφικής μνήμης, που γεμίζουν το σκληρό μου δίσκο, που η ανοικοκυροσύνη μου τον κατάντησε κουρέλι. Είναι αυτές οι ώρες, που το πάθος δεν κυριεύει το μυαλό – Και τότε μέχρι κι εγώ απορώ – Είναι αυτές οι ώρες που γιορτάζω, επειδή νιώθω ακόμα πως μπορώ να αγαπώ. Μπορεί όχι εμένα, μα εσένα σ’ αγαπώ.

Ο καλός και ο κακός.


Σα να μη μπορούσα πια ν’ αγγίξω την αλήθεια, έτσι ένιωσα και λύγισαν τα πόδια μου. Σα να μην είχα χέρια για να πνίξω το χρόνο μπρός στα μάτια μου. Σαν τα φώτα να χάνονταν από μπροστά μου – απαγωγή παιδιού που ποτέ δεν ξανά κοιμήθηκε στην κούνια του. Ποτέ δε φώλιασε ξανά στο κρεβάτι των γονιών του. Είκοσι χρόνια πέρασαν κι ακόμα το θυμούνται μωρό, με τα ροδαλά του μάγουλα. -Πού ήσουν όταν σε χρειαζόμουν? Πού ήσουν τότε που η βροχή χτυπούσε τα παράθυρα στο σαλόνι? - Μιλάς, σα να μην υπήρξα ποτέ. - Όχι, μιλάω σα να μην υπήρξαμε ποτέ. Κι όταν νιώθω ότι πλησιάζω στο να μάθω να βλέπω ξανά, τότε στέκεσαι μπροστά μου όρθιος και μου ζητάς εξηγήσεις. Αφού δεν δείχνεις αυτό που είσαι, αφού οι ευθύνες σε φοβίζουν. Δεν μπορώ να βάλω το χρόνο στο γρήγορο, αλλά ούτε και να τον γυρίσω πίσω. Πλησιάζω τα είκοσι δύο κι από τη μέρα που γεννήθηκα δεν έχω σταματήσει να ακούω τον ήχο που κάνει το ρολόι που φοράς στο αριστερό σου χέρι. Κι αν αυτό σου ακούγεται πολύ και σε κάνει να νιώθεις ολοκληρωμένος άνθρωπος, θα πρέπει να σου πω ότι από τα είκοσι δύο μου χρόνια, ζήτημα να περάσαμε μαζί τα δύο. Ένα χρονόμετρο ακουμπισμένο στον πάγκο που αφήνεις τα κλειδιά σου, έγραφε πεντάλεπτα και ύστερα σταματούσε. Έφευγες, έφευγα.. Δεν έχει σημασία, πάντως δεν ήμασταν ποτέ για πολύ, εκεί. Κι όμως, αν έβρισκες ποτέ τη δύναμη να ξεριζώσεις την καρδιά μου, προσπερνώντας την αγάπη που μου τρέφεις, αν την εξέταζες με τις πιο σύγχρονες μεθόδους, θα μπορούσες να διαγνώσεις πια ξεκάθαρα το πόσο σ αγαπώ, πόσο σε θαυμάζω, πόσο θέλω να σου μοιάσω, πόσο φοβάμαι πως τελικά ίσως και να σου μοιάζω. Πόσο θυμώνω όταν καταδικάζω τους ανθρώπους, γιατί δεν είναι αρκετά καλοί, όσο εσύ. Και τώρα, μετά από τόσα χρόνια, θέλω να ξέρεις ότι είμαι ακόμη παιδί, το δικό σου το παιδί, και δεν γλυκαίνομαι με δώρα. Μου αρκείς εσύ.

Στην κατάψυξη.


Είναι ανόητο, να πιστεύεις ότι ξέρεις μέχρι πού μπορεί να φτάσει ο άλλος. Δεν του αφήνεις τα περιθώρια να σε εκπλήξει. Του αφαιρείς την ικανότητα να σε εντυπωσιάσει. Τον διατηρείς στάσιμο και του διακόπτεις την εξέλιξη. Του κλείνεις το δρόμο για την ατομική του επανάσταση. Πόσο απότομα, θα αισθανόταν κανείς μόνος, αν κατάφερνε να συνειδητοποιήσει ότι έχει προκαλέσει κάτι τέτοιο στον εαυτό του και στους γύρω του; Αιώνια διαρκής επίθεση, σ΄αυτούς που είναι δίπλα σου, πραγματικά δίπλα σου. Και τότε εσύ, ο εκνευριστικός άνθρωπος, εισβάλλεις για να τους πεις βάναυσα ότι ως εκεί μπορούν, δεν έχουν τίποτα άλλο να δώσουν και πως εσύ ξέρεις, μέχρι πού εκείνοι δύνανται. Δεν μπορείς να καταψύχεις ανθρώπους, σε βαθιά κατάψυξη και να τους αποψύχεις όταν θα έχεις ανακαλύψει ότι το μόνο που κατάφερνες ήταν να τους περιορίζεις . Έχουν κόψει τα σχοινιά, δε σε χρειάζονται. Θα λάμψουν σύντομα, όταν εσύ θα απορρίπτεις αλλεπάλληλα τον εαυτό σου. Αυτοπεριορίζονται λίγο στην αρχή, γιατί έτσι τους δίδαξες.. Κακή εκπαίδευση. Θα σταματήσουν όμως. Τους έχεις ήδη επιβεβαιώσει. Μετά απο μήνες στην κατάψυξη τίποτα δεν επανέρχεται πλήρως.

Τεκτονικές πλάκες.


Στεκόμαστε στα όρια δύο τεκτονικών πλακών. Η θέση σου είναι απέναντί μου. Εκρήξεις παντού, μέσα μας και γύρω μας. Ρίχνω το βλέμμα μου χαμηλά, στο έδαφος που βρίσκεται κάτω από τα πόδια μου.Ψάχνω αυτό, που θα μας κάνει αχώριστα ουράνια σώματα. Επαναλαμβανόμενες σεισμικές δραστηριότητες και το βλέπω από τις γροθιές στα χέρια σου ότι φοβάσαι. Σύγκρουση σε : 3, 2, 1 ! Πέφτουμε και οι δύο κάτω. Παραμένουμε όμως,εσύ εκεί κι εγώ εδώ. Τεντώνω τα χέρια μου προς το μέρος σου. Μια φανερή τάση να σε αγγίξω. Οπισθοχωρείς. Δεν σε εγκατέλειψε ο φόβος, μα δε νιώθεις τη σιγουριά για να ανταποκριθείς στην επιθυμία μου. Μισο – κλείνεις τα μάτια, για να βλέπεις καλύτερα. Εγώ είμαι, που σου κάνω νοήματα. Περπατάω πάνω κάτω σε όλο το εμβαδό της επιφάνειάς μου. Δαγκώνω τα νύχια μου. Δεύτερη σύγκρουση! Ξανά κάτω. -Χτύπησες; (Καμία απάντηση. ) -Χτύπησες λέω ; - Καλά είμαι. - Είχα αποφασίσει να σε συναντήσω, όταν θα έχω σταματήσει να σε σκέφτομαι. Δοκιμαστικά τουλάχιστον. Μήπως τελικά όλα γίνονταν πιο εύκολα, αν προλάβαινα να πηδήξω γρήγορα στη δική σου πλάκα; Θέλω να μελετήσω την επόμενή μου κίνηση. Θυμάσαι την τελευταία φορά; Έκανα το άλμα, ακούμπησα τα όριά σου – ήταν όμως πολύ κοντινό. Κρατήθηκα για λίγο, και λίγο πριν πέσω, σε έσπρωξα. Σε έσπρωξα τόσο, που τώρα δεν μπορώ να σε πιάσω.

Η τέλεια ανάγνωση.


Διανύω το 45ο δευτερόλεπτο, χωρίς να κλείσω τα βλέφαρα μου. Το βλέπεις κι εσύ, ότι δεν θα αντέξω για πολύ ακόμα. Oι βλεφαρίδες μου τρέμουν και φανερώνουν τους παλμούς της καρδιάς μου. Για σένα κρατάω τα μάτια μου ορθάνοιχτα. Για σένα, για να μπορείς να τα διαβάσεις. Μόλις ανοιγόκλεισες τα μάτια σου. Έχασες την υπομονή σου. Και τώρα επιτέλους μπορώ να τα κλείσω κι εγώ. Σφραγίζεις τα χείλη σου , σα να μου λες ότι δεν σου αρέσουν πλέον τα παιχνίδια με τα μάτια. Κάποτε τα λάτρευες. Παίζαμε ασταμάτητα. Απλά κι ανώδυνα, χωρίς τραυματισμούς. Μου δείχνεις το δρόμο για την έξοδο, μα δεν πρόλαβες να τα διαβάσεις όλα. Φταίει μάλλον, που έχω το ένα μου μάτι κουτσό. Ποτέ του δεν άνοιξε όσο το άλλο. Και μάντεψε,, βιάστηκες να πιστέψεις πως τα ξέρεις όλα. Δεν στο κρύβω, εγώ δεν ξέρω τίποτα. Δεν έκανες όμως ποτέ, την τέλεια ανάγνωση.

Βροχή μετεώρων, 49 km/s .


Με τη λάσπη στα τρακτερωτά μου παπούτσια να μου βαραίνει τα βήματα, σέρνω τα πόδια μου, μέχρι το σπίτι σου. Έπρεπε να βρέξει για να σε επισκεφθώ. Έτσι, δεν θα μπορούσες να διακρίνεις δάκρυα στο πρόσωπο μου. Η εικόνα σου, στα μάτια μου, βρεγμένη. Να περπατάς και να σου ανοίγω τις πόρτες, να σου κρατάω την ομπρέλα, να σε βαστάω στην πλάτη μου, όταν τα πόδια σου δε σε κρατούν , να σε σταματάω με το χέρι μου στο στήθος σου, όταν ορμητικά κι αφηρημένα περπατάς πρός την άσφαλτο. Βγες έξω στο μπαλκόνι σου και κοίτα κάτω. Δικές μου είναι οι πατημασιές, δικές μου είναι οι λάσπες. Μην ανησυχείς, τις έφερα και σπίτι μου. Εγώ σου λέρωσα την είσοδο, εγώ άλλαξα θέση στο χαλάκι, εγώ άνοιξα το πατζούρι σου, εγώ ξάπλωσα στον καναπέ σου,εγώ έριξα στάχτες στο τασάκι σου, εγώ άκουσα τη μουσική σου, εγώ εισέβαλα στη ζωή σου. Υπήρξα ακατάστατη, το ξέρω. Ήθελα να σου πω, ότι πάει καιρός απο το τελευταίο μας ουράνιο τόξο, τότε που ο ήλιος στεκόταν απο πίσω μας. Φοβήθηκα όμως, πως θα μου θύμιζες ότι είναι οφθαλμαπάτη.

Εραστές.


Κολλήσαμε πλάτη με πλάτη. Αν εγώ στρίψω αριστερά, εσύ ακολουθείς, χωρίς να έχεις το δικαίωμα επιλογής. Αριστερά εγώ ; Αριστερά κι εσύ. Δεξιά εσύ ; Δεξιά κι εγώ. Βρες τώρα ένα τρόπο για να συναντηθούμε εμείς οι δυο, αφού έχουμε τα χέρια μας δεμένα. 360° στροφές, γύρω από τον εαυτό μας κι ακόμα να σε αντικρύσω. Μοναδική μου παρηγοριά, ότι μας «έπιασαν» μαζί. Η πραγματική μας ένωση είναι στα χέρια. Το αριστερό δικό σου – δεξί δικό μου, δεξί δικό σου – αριστερό δικό μου. Και τρέμω, μήπως ιδρώσουν και αποχωριστούν. Κράτα με. Έτσι όταν θα σε χτυπούν. . θα πονάω εγώ, όταν δακρύζεις, θα δακρύζω. Όμηροι στην ίδια απαγωγή. Εραστές του λάθους / πάθους. Κοίτα, τώρα ανήκουμε στην ίδια συνομωσία.