Η τελευταία επανάληψη.

Διαφορετικά από ότι με συνήθισες, διαλέγω τους δρόμους που θα πάρω. Τις περισσότερες φορές είναι χωματόδρομοι και τρέχω γρήγορα για να σηκώσω σκόνη. Μπαίνει στα μάτια σου, μα δεν κρατά για πολύ. Πληγιάζει τα μάτια σου, κάποιες φορές ανεπανόρθωτα, αλλά μπορείς και βλέπεις. Κι όταν νομίζεις ότι εγώ μένω ανέπαφη και εισπνέω άφθονο οξυγόνο, τότε.. πάνω στην πρώτη πρώτη ανάσα, δεν αμελώ να κοιτάξω τον καθρέφτη, να δω πως σε άφησα. Και διαρκεί πολύ. Δεν έχει σταματημό. Η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη . Ξεχνιέμαι, σε κοιτάζω, κλαίω που σε σκόνισα και βγαίνω εκτός δρόμου. Και επαναλαμβάνεται. Κάθε φορά, τη λέω τελευταία. Κάθε φορά, δεν έρχεται ποτέ η τελευταία.
Δεν υπάρχει τέλος, αν δεν το ορίσει κανείς. Ποιο είναι το τέλος αυτή τη φορά; Θα σου αποδείξω ότι θα μάθω να ορίζω το τέλος. Θα το καταλάβεις όταν αρχίσω να εμπιστεύομαι τον εαυτό μου, όταν σταματήσω να ετεροκαθορίζομαι.

Σηκώνεσαι πολύ αργά. Γλιστράει το πέλμα σου στο χώμα. Πιστεύεις ότι τόση σκόνη, θα άξιζε όλη σε μένα. Όταν πλησιάζει το τέλος, όλα θα πρέπει να λήγουν δίκαια, ώστε να υπάρξει ξανά κάποτε η αρχή. Τόσο δίκαια, που αναγκάζει τη σκόνη που βλέπεις μπροστά σου, να κατοικήσει όλη μέσα μου.

Σιελόρροια.

Είδα τη  λύπη να σκοτεινιάζει τη θέα στα μάτια μας. Έχω δει την εύλογη απορία, να ζωγραφίζεται στα χείλη μας, τη συντριβή να παραλύει τα χέρια μας. Μας είδα να ψυχορραγούμε παρατηρώντας τα πάντα γύρω μας να ζουν. Να ζουν κακά, αλλά να ζουν. Έχω δει τα γεγονότα να κινούνται γύρω από τον εαυτό τους και να παραμένουν στάσιμα. Είδα τα γέλια να μαραίνονται και να αντλούν από το στόμα, σάλια αναζωογόνησης. Σάλια που μας ξεδιψούν, τα ίδια σάλια που μας πλένουν. Αυτά που στερεύουν κατά τη διάρκεια της νύχτας.
Να ‘ρθεις κι εσύ μαζί μου, όταν σύννεφα πλακώσουν το μικρό μου ορίζοντα. Να ‘ρθεις κι εσύ μαζί μου, να μου κρατάς το χέρι , να βλέπω τη θέα απ’ τα δικά σου τα μάτια. Τώρα που η όρασή μου θόλωσε απ’ τους καπνούς της πύρινης λάβας, εκείνης που κυλάει από το στόμα σου και μου διαλύει τα μάτια.

Ανακαλώ τον εαυτό μου. Ανακαλώ το ίδιο μου το είναι. Ανακαλώ τα χρώματα που άφηνες στο σπίτι μου, όταν έσερνες την ουρά σου στο πάτωμα. Στους γρίφους σου, δε βρίσκω απαντήσεις. Για τους δικούς μου, δεν τολμώ να μιλήσω. Υποτάσσομαι. Το σιχαίνομαι, μα θα το κάνω.


Κατάλοιπα ερπετοειδούς λογικής.

Η άνοιξη βιάστηκε να κλείσει τις κουρτίνες της,
χωρίς καμία προετοιμασία για την απότομη εισβολή του καλοκαιριού.
Λίγο ίσκιο χρειαζόμαστε.
Το πέρας των εποχών
καθόλου δεν κλονίζει τη δεσπόζουσα τυραννία
που βρωμίζει την ατμόσφαιρα.
Τα φίδια θα ξεχυθούν στους δρόμους
και θα βιάσουν τυφλά και οργισμένα
τα ιδρωμένα αστικά κορμιά.
Κάτι μέσα μου ελπίζει
πως θα μπει ένα τέλος στην αυτάρεσκη ερπετοειδή μου συνείδηση.
Αυτή η ζέστη όμως
και αυτό το ξύπνημα των ερπετών
θα σέρνεται παντού μέσα μου
και γύρω μου.
Με φοβίζουν τα ηδονικά σωματικά υγρά ,
το δηλητηριασμένο σπέρμα που αναβλύζουν τα δόντια μου,
η πορνογραφική ικανοποίηση που γεύομαι
με κάθε δαγκωνιά σάρκας θηλαστικού.
Είμαστε πολλά τα ερπετά
που δεν κρυώνουμε το χειμώνα.
Πώς φεύγει έτσι τρέχοντας η άνοιξη;
Κάποτε, οι μυρωδιές των λουλουδιών
εξαφάνισαν από τη γη τα μεγάλα ερπετά.
Θα σκίσω τα γόνατά μου για να μυρίσω το τελευταίο άνθος,
εκείνο θα εξοντώσει το παρανοϊκό θυμωμένο φίδι,
που στριμώχνεται στο κεφάλι μου,
στραγγαλίζοντας τους μικρούς στημόνες,
που απαρτίζουν τη συνείδησή μου.
Δεν έχει πλάκα η ματωμένη ηδονή.

Οι Αυτόχειρες.

Για εμάς τους φοβιτσιάριδες, θα είναι ομαδικοί οι τάφοι. Για εμάς τους βαλτωμένους  η σήψη θα καλύψει κάθε νότα ευωδιάς. Για 'μας τους νοσταλγικούς , η νύχτα θα διαρκεί είκοσιτέσσερις ώρες. Εμείς οι καμπούριδες, θέλουμε πολύ να φτάσουμε το ύψος σας. Για 'μας, που η αγάπη μας προκαλεί κλάμα και όχι γέλιο, θα είναι δύσκολη η ανάρρωση. Για ΄μας, που η ζωή μας τρέχει γρήγορα και βασανιστικά αργά, πρέπει να βρέξει καταιγίδα για να μας ξεδιψάσει. Εμείς που καταλαβαίνουμε πάντα καθυστερημένα, πρέπει να καούμε για να φωτοσυνθέσουμε. Εμείς που κυνικά ζητούμε να γίνουμε τέλειοι - δυστυχισμένοι, κατάδικοι - απαιτούμε να μεταμορφωθούμε σε ανθρώπους, ξεχνώντας ποιά είναι τα χαρακτηριστικά αυτής της λέξης. Χάσαμε τον έλεγχο. Ξεχάσαμε πως είμαστε άνθρωποι. Ξεχάσαμε πως όταν περπατάμε, με τα ρόπαλα στα χέρια, άδικα, δεν πρέπει να χτυπούμε, πως όταν σκάει και σκίζεται το δέρμα μας, δε φταίει ο ήλιος που φωτίζει, μα εμείς που καθόμαστε στα ξέφωτα, πως όταν ματώνει το σώμα μας, δε φταίνε οι σφαίρες που μας ρίχνετε, αλλά τα κοφτερά νύχια που μπήγουμε στη σάρκα μας. Μας συγχωρείτε που είμαστε, αλλά αν δεν ήσασταν, δεν θα ήμασταν. Μακάρι να ήμασταν δολοφόνοι, ίσως τότε... Ίσως τότε, να νιώθαμε για λίγο ευτυχισμένοι.

Στενοί φίλοι.

Μπορεί να μη βρεθούμε ξανά στο ίδιο συσσίτιο. Μπορεί οι ζωές μας να λοξοδρομήσουν, μπορεί τα δάκρυά μας να εξοστρακιστούν, στα μαύρα ρούχα μας. Θα μας γδύσουν, θα μας μαστιγώσουν, θα μας εξορίσουν. Κάθε ζεστό μας δάκρυ, θα ξεδιψάει τις μελανιές στο δέρμα μας, θα επουλώνει τις ματωμένες μας πληγές και θα στειρώνει, μέσα μου, το αίσθημα της ξεγνοιασιάς και της διαυγής ανάσας, δίπλα στο δικό σου προσκεφάλι. Θα φορτίζει τα χέρια μου με Volt, που θα βύθιζαν όλο τον κόσμο στο σκοτάδι.

Άνοιξη.


Βύθισα τις κραυγές μου στο χώμα, για να φυτρώσει κάποτε, κάτι αληθινά γλυκό. Κάτι που με το πότισμα θα μεγαλώνει, κάτι που με το φως του ήλιου θα ομορφαίνει. Θα το δεις μετά από χρόνια, να στολίζει όσα μαύρισα εγώ ως τώρα. Θα καταλάβεις, γιατί πιστεύω πως το παιδί μας θα γίνει πιο σοφό από εμάς, όταν το δεις να ανθίζει. Κι εγώ που θα σκότωνα βίαια, όποιον θα σου έκανε ποτέ κακό, σκοτώνω τώρα εμένα, γιατί έγινα για σένα το κακό.
 Στις λάθος ώρες κουβεντιάζονται απολογητικές κουβέντες, σωριάζοντας δυο σώματα που αναβλύζουν αίμα. Οικειοθελές μούδιασμα από έντονη επιθυμία για επιβίωση στην παγωμάρα. Ψυχραιμία τώρα. Σφραγισμένες καρδιές με ατσάλινα λουκέτα. Έχω ξεμείνει από σφαίρες. Ποια πληγή να πρώτο θρέψω;
Τα βέλη της σωματοποιημένης θλίψης ακονίζονται μπροστά στα μάτια μου. Πως γίνεται να μη κοπεί κανείς; Πως γίνεται να μη ματώσει; Εκλιπαρώ για κατανόηση. Δεν περιμένω τίποτα. Εκλιπαρώ για να δω την άνοιξη στα μάτια σου και του κόσμου τα λουλούδια, όλα. 

Anti Crepuscular rays.

Χωρίς να μπορώ να σταματήσω να σκέφτομαι, πώς γίνεται να ανατέλει και να δύει την ίδια ώρα ένας ήλιος. Χωρίς να μπορώ να διακρίνω τη μέρα απο τη νύχτα. Χωρίς φόβο, προετοιμασμένη για τα όσα θα μου φέρει. Άσπλαχνα θα μου πάρει απο τα χέρια την αυταπάτη ότι βρίσκομαι ακόμα στο σώμα μικρού παιδιού. Αδέσμευτη απο τα σχοινιά που μου έσφιγγαν τα άκρα , τώρα αρνούμαι να εκτείνω την απόσταση μεταξύ των καρπών μου. Σα να γυρεύω να κρατήσω την ψυχή μου σε βάθρο ψηλό , ώστε να μπορέσω μια μέρα να την εκτιμήσω. Έτσι όπως, κρατάω τη δική σου. Έτσι όπως τη φυλάω, προστατευμένη απο τη σκουριά , βουτηγμένη μέσα σε λαμπερά διαμάντια.