Mass Suicide.

Πόσους θανάτους χωράει ολόκληρη η ζωή; Πόσο προβλέψιμα αρνούμαι να ζήσω μετά τον κάθε θάνατο; Δε γνώριζα ότι συμβαίνει, να πεθάνει κανείς πολύ. Εκείνο που ήξερα ήταν, πως στον καθένα μας αναλογεί ένας και μόνο θάνατος.
Απροσδόκητα, βεβαιώθηκα ότι δύο δε μου ήταν αρκετοί. Δύο θάνατοι, που ύστερα θα μεταφραστούν ως φόνοι. Εν δυνάμει εγκληματίας.
Και ξαφνικά, δε γίνεται να σταματήσω να σκοτώνω. Ξαφνικά, δεν είμαι ικανός να σταματήσω να αιμορραγώ. Ξαφνικά, νιώθω ανίκανος να επωμιστώ το φόνο. Και ξαφνικά, δεν ήταν καθόλου ξαφνικό. Ήξερα πάντα, πως οτι δημιουργώ θα το παθαίνω. Ήξερα πάντα, οτι δεν θα αρκεστώ στον ένα φόνο. Ακόμα, ήξερα πως κάποια μέρα δεν θα μπορώ πια να υποκριθώ. Ήμουν ανίκανος να ζήσω. Δημιούργησα του εαυτού μου τον εχθρό. Ένας κλώνος, που μου έριχνε σφαίρες στα πόδια και είχε όψη αυτήν που έχω κι εγώ.




Πότε πέθαινε εκείνος, πότε πέθαινα εγώ, μα πιο συχνά, πέφταμε νεκροί κι οι δυο. 

They were both killed by abortion.

Πέρυσι , τέτοια μέρα εγκατέλειψα το παιδί μου. Το έδωσα για υιοθεσία. Ούτε ξέρω ποιοι θα ΄ναι τώρα οι γονείς του. Αν θα το μάθουν καλά ή μήπως κακά. Ήμουν ανίκανη μάνα, μα ίσως να μην ήταν εκείνη ακόμα η ώρα μου. Στα χέρια μου, σταμάταγε το κλάμα, μα όταν έφευγα με τιμωρούσε. Έκλαιγε, σα να θήλαζε από το γάλα μου, όλη μου την υστερία και μετά την έφτυνε αντιδραστικά στη μούρη μου. Το ίδιο το γάλα, που όσο κρατούσα το παιδί στην αγκαλιά μου, το ρούφαγε σα να ήξερε πως μια μέρα θα τελειώσει.
Το παράτησα ένα απόγευμα, ύστερα απο πολύ μίσος για τον εαυτό μου. Μόνο του, σε τόσο τρυφερή ηλικία, ενώ στωικά πάντα το κρατούσα σφιχτά πάνω μου. Και τώρα, με κάθε τρόπο εμφανίζεται παραπονεμένο μπροστά μου. Έρχεται στον ύπνο μου και δε σταματά να με δικάζει, που τόσο άσπλαχνα το άφησα απο τα χέρια μου.
Δε μ΄αφήνει η αγωνία και ο πόνος μου θυμίζει κάθε λεπτό τη φυγόπονη πλευρά μου, που τόσο εύκολα ξεδίπλωσα στα μάτια του, που ήμουν η πιο δειλή μητέρα, του κόσμου όλου.
Ήμουν πάντα βαθιά θλιμμένη, που πρόδωσα το ίδιο μου το σπέρμα. Πάντα όμως απο εκεί ξεκινούσα.
Σήμερα, ακόμα χάνω τον ύπνο μου για να το δω κάπου να παίζει και ονειρεύομαι πως τίποτα δεν θα του θυμίζει πια πόσο άδικος είναι ο κόσμος, πως θα βγάλει δόντια κοφτερά.
Τώρα πια, απο μακριά θα χαίρομαι με τη χαρά του.
Ντρέπομαι που δεν κατάφερα να μας μεγαλώσω. Λυπάμαι που δεν κατάφερα να σε φέρω σε ένα κόσμο όμορφο. Θα πρέπει -πρώτα- όμως αυτός να υπάρχει.

Violence Constructor.

Συμφωνικές ορχήστρες οι βοές στα αυτιά μας. Διάλογοι που αναπαράγονται με τη χρήση λεκτικής βίας. Διαμελίζοντας τη σκέψη μου.. , τί θα μπορούσε να με φθείρει περισσότερο; Υπάρχει κάτι να κατακτήσω; Βίαια. Υπάρχει κάτι να κατακτήσω βίαια; Σου προσφέρω λουλούδια χωρίς να τα μυρίσω. Δεν είναι και τόσο βίαιο τελικά. Σου τα παίρνω από τα χέρια. Τίποτα δε θυμίζει τον τρόπο που στα προσέφερα. Άοσμα, τα χαρακτήρισες. Ανώφελα, τα μύρισα, όταν τα απέσπασα από σένα.
Μύριζαν ωραία. Μύριζαν κι αυτά πολύ ωραία.
Δε λέω πως έχασες την όσφρηση σου, λέω πως έπαψες να θες να με μυρίσεις.
Δε θα υπάρξει ανατροπή. Απροκάλυπτα, θα έσπερνε αιματηρή βία. Θα θρηνούσα τότε, δεκάδες αθώα θύματα. Θα κρατούσα στο ένα μου χέρι τις ψυχές - όλου του κόσμου - των δειλών και στο άλλο τη δική μου, την άτολμη, την κλαψιάρα. Τότε θα ένωνα τις χούφτες μου, θα τις έφερνα στην πιο τέλεια εφαπτόμενη επαφή.
Οι ψυχές μας θα συσπειρωθούν και θα ξεράσουν πίσω τη βία που τότε σημαινόταν από απραξία. Θα γνωρίσετε ένα καινούριο κατασκεύασμα βίας. Αχ, ανυπομονώ.

Η παντοδύναμη πολιτική μιας στρουθοκαμήλου.

Σκορπίσαμε τα όνειρά μας στην αβαθή θάλασσα. Πριν προλάβεις να με αμφισβητήσεις, μάθε πως εγώ πρώτος με αμφισβήτησα. Πριν ακόμα βουτήξεις το κεφάλι σου κάτω από την επιφάνεια, εγώ πρώτος το βούτηξα. Και δεν μου ήταν αρκετό. Σήμερα το βυθίζω μέσα στο χώμα, για να μη νιώθω την ηδονή που μου προσφέρει  το νερό, όπως γλείφει το πρόσωπό μου. Αποζητώ την τραχιά τριβή που δημιουργεί το χώμα με το δέρμα μου. Θέλω, αν καταφέρω και επιβιώσω από αυτή τη στενή χωμάτινη επαφή, να γρατζουνιστεί η μούρη μου, να νιώσω το αίμα μου να τρέχει. Σιχάθηκα να φαντάζομαι τις αιματοχυσίες. Ζητώ κάτι χειροπιαστά οδυνηρό να με τιμωρήσει για να του καταλογίσω τις ευθύνες όλες. Πρέπει να βρεθεί κάτι, αλλιώς θα αφήσω τα νύχια μου να μακρύνουν και θα τα μπήξω μέσα στα μάτια μου.

Επίθεση κατά αγνώστου.

Θα ήθελα όταν σου απευθύνομαι να ξέρω ποιος είσαι. Να μπορώ να σε αναγνωρίσω. Θα το ήθελα πολύ, να ξέρω ποια είμαι, τι σου είμαι. Είμαι για 'σένα το τίποτα; Είμαι για 'σένα τα πάντα;
 Δε γυαλίζει πια το μάτι μου, θολό σε όλη την επιφάνειά του. Μισο-κατεβασμένα τα βλέφαρα, διάχυτη η κόπωση στο σώμα μου. Ανήμπορη να υψώσω τα χέρια μου, ανήμπορη να σχηματίσω τη γροθιά, από φόβο, μήπως τη ρίξω στο στομάχι μου. Πολύ ανόητο , εν όσο παραμονεύει ο εχθρός. Πολύ ανόητο, να εκθέσω με τόση αφέλεια τις αδυναμίες μου.
Θα τη ρίξω τη γροθιά. Θα το κάνω για να μπορώ να σου δείξω ότι είσαι τα πάντα για μένα, ακόμα κι αν εγώ για σένα είμαι το τίποτα, ακόμα κι αν είμαι τα πάντα.

Η τελευταία επανάληψη.

Διαφορετικά από ότι με συνήθισες, διαλέγω τους δρόμους που θα πάρω. Τις περισσότερες φορές είναι χωματόδρομοι και τρέχω γρήγορα για να σηκώσω σκόνη. Μπαίνει στα μάτια σου, μα δεν κρατά για πολύ. Πληγιάζει τα μάτια σου, κάποιες φορές ανεπανόρθωτα, αλλά μπορείς και βλέπεις. Κι όταν νομίζεις ότι εγώ μένω ανέπαφη και εισπνέω άφθονο οξυγόνο, τότε.. πάνω στην πρώτη πρώτη ανάσα, δεν αμελώ να κοιτάξω τον καθρέφτη, να δω πως σε άφησα. Και διαρκεί πολύ. Δεν έχει σταματημό. Η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη . Ξεχνιέμαι, σε κοιτάζω, κλαίω που σε σκόνισα και βγαίνω εκτός δρόμου. Και επαναλαμβάνεται. Κάθε φορά, τη λέω τελευταία. Κάθε φορά, δεν έρχεται ποτέ η τελευταία.
Δεν υπάρχει τέλος, αν δεν το ορίσει κανείς. Ποιο είναι το τέλος αυτή τη φορά; Θα σου αποδείξω ότι θα μάθω να ορίζω το τέλος. Θα το καταλάβεις όταν αρχίσω να εμπιστεύομαι τον εαυτό μου, όταν σταματήσω να ετεροκαθορίζομαι.

Σηκώνεσαι πολύ αργά. Γλιστράει το πέλμα σου στο χώμα. Πιστεύεις ότι τόση σκόνη, θα άξιζε όλη σε μένα. Όταν πλησιάζει το τέλος, όλα θα πρέπει να λήγουν δίκαια, ώστε να υπάρξει ξανά κάποτε η αρχή. Τόσο δίκαια, που αναγκάζει τη σκόνη που βλέπεις μπροστά σου, να κατοικήσει όλη μέσα μου.

Σιελόρροια.

Είδα τη  λύπη να σκοτεινιάζει τη θέα στα μάτια μας. Έχω δει την εύλογη απορία, να ζωγραφίζεται στα χείλη μας, τη συντριβή να παραλύει τα χέρια μας. Μας είδα να ψυχορραγούμε παρατηρώντας τα πάντα γύρω μας να ζουν. Να ζουν κακά, αλλά να ζουν. Έχω δει τα γεγονότα να κινούνται γύρω από τον εαυτό τους και να παραμένουν στάσιμα. Είδα τα γέλια να μαραίνονται και να αντλούν από το στόμα, σάλια αναζωογόνησης. Σάλια που μας ξεδιψούν, τα ίδια σάλια που μας πλένουν. Αυτά που στερεύουν κατά τη διάρκεια της νύχτας.
Να ‘ρθεις κι εσύ μαζί μου, όταν σύννεφα πλακώσουν το μικρό μου ορίζοντα. Να ‘ρθεις κι εσύ μαζί μου, να μου κρατάς το χέρι , να βλέπω τη θέα απ’ τα δικά σου τα μάτια. Τώρα που η όρασή μου θόλωσε απ’ τους καπνούς της πύρινης λάβας, εκείνης που κυλάει από το στόμα σου και μου διαλύει τα μάτια.

Ανακαλώ τον εαυτό μου. Ανακαλώ το ίδιο μου το είναι. Ανακαλώ τα χρώματα που άφηνες στο σπίτι μου, όταν έσερνες την ουρά σου στο πάτωμα. Στους γρίφους σου, δε βρίσκω απαντήσεις. Για τους δικούς μου, δεν τολμώ να μιλήσω. Υποτάσσομαι. Το σιχαίνομαι, μα θα το κάνω.