Deer Hunter Express.

Να πιω λες ένα τσάι να με καταπραΰνω; Να ρίξω λίγο νερό στη μούρη μου; Ίσως μια μάνικα, ένα πιεστικό πράσινο λάστιχο. Μπορώ να γίνω πολύ δραματική αν το θελήσω. Νομίζω όμως ότι θα ήταν πολύ γραφικό πια, να επαναληφθώ.  Άρρωστη θα ΄μαι, δε τρέχει τίποτα. Μονάχα μια πίεση στο μέτωπο, ένα απότομο ζούληγμα στη καρδιά που αν φανώ απερίσκεπτη θα την αφήσει στείρα. Μονάχα ο πολιορκητικός κριός που μου τραντάζει τον εγκέφαλο. Ο πολιορκητικός κλοιός που στενεύει και ξαφνικά έχω μια τάση να απλωθώ. Και απλώνομαι, και δε κοιτώ που πάω..
Και ξαπλώνω, αλλά δεν ξέρω που. Είναι το κρεββάτι μου αυτό;
Μα εγώ δεν είμαι αφηρημένο ον. Δεν είμαι αφηρημένη τέχνη. Δεν είμαι αφηρημένη έννοια.
Πολύ πολύ συγκεκριμένα τα φαντάζομαι όλα, ευοίωνα για τον καθένα, αέναα, ανεξίτηλα μόνο για μένα.
Είναι καλά εδώ, μυρίζει ζωή. Λες, την έχω μέσα μου - πώς να μη τη μυρίσω; Είναι φορεμένη πάνω μου, μα νιώθω μια γύμνια ντροπιαστική. Ποτισμένη έτσι που ΄μαι από το άγχος, καθόλου καλή παρέα δε θα γίνω. Φουγάρο βρώμικο, ικανό να κινήσει ολόκληρο τρένο.
Μπες μέσα παρακαλώ, κάτσε λίγο. Κάτσε να σου τα πω. Έλειπα καιρό και γύρισα. Τι άφησα πίσω μου και τι θα ξανά αφήσω; Είμαι φουγάρο από τα απαγορευμένα, εκείνα που μολύνουν ουρανούς ολόκληρους. Είναι καιρός και πάλι να αποσυρθώ. Να μπω μέσα στο καζάνι, να λιώσω αργά. Ίσως μια μέρα βρω τρόπο και σβήσω το καπνό.

.Κλιμακτήριος

Ακόμα κι αν έχω δύο ρυτίδες στα μάτια μου που πάντα θα θυμίζουν εσένα -στ' αλήθεια- γέμισε το πρόσωπό μου όλο. Δεν τις ξεχωρίζω πλέον μεταξύ τους. Τις εντοπίζω μέρα με τη μέρα, γύρω απ' τα μάτια και τα χείλη, μα δεν ξέρω ποιος τις έχει χαράξει.
Το πρόσωπο γίνεται αποτύπωμα, επιφάνεια εργασίας κάποιου ερασιτέχνη γλύπτη. Εκεί αποτυπώνονται τα άγχη όλου του κόσμου, ένα συμβόλαιο ανυπόγραφο καταγράφει τις καταστροφές σμιλεύοντας επάνω μου ρυτίδες. Εύπλαστο κράμα υλικών.
Κάτω από τα μάτια κρέμονται δύο σακούλες ξεχειλωμένου οιδήματος - εκεί φιλοξενούνται περιστασιακά τα βιωματικά τραύματα. Τα φρύδια αναποφάσιστα κυλούν προς την αιώνια ματαιότητα μιας πικρής νοσταλγίας. Το ρίγος κι ο φόβος γίναν κατακάθι στα αυλάκια του προσώπου.
Ο Μάρκος δεν ξέρει τίποτα απ' όλα αυτά. Κοιτάζει με αφέλεια και στα μάτια μου βλέπει μόνο βόλτα και χάδι. Σέρνει τη γλώσσα του στη μούρη μου και οι ρυτίδες γεμίζουν ζωή. Οι καταρράκτες ξεχειλίζουν και πάλι απ' την αρχή.
Αχ, να σ' είχα και στην προηγούμενη ζωή.
 

Mass Suicide.

Πόσους θανάτους χωράει ολόκληρη η ζωή; Πόσο προβλέψιμα αρνούμαι να ζήσω μετά τον κάθε θάνατο; Δε γνώριζα ότι συμβαίνει, να πεθάνει κανείς πολύ. Εκείνο που ήξερα ήταν, πως στον καθένα μας αναλογεί ένας και μόνο θάνατος.
Απροσδόκητα, βεβαιώθηκα ότι δύο δε μου ήταν αρκετοί. Δύο θάνατοι, που ύστερα θα μεταφραστούν ως φόνοι. Εν δυνάμει εγκληματίας.
Και ξαφνικά, δε γίνεται να σταματήσω να σκοτώνω. Ξαφνικά, δεν είμαι ικανός να σταματήσω να αιμορραγώ. Ξαφνικά, νιώθω ανίκανος να επωμιστώ το φόνο. Και ξαφνικά, δεν ήταν καθόλου ξαφνικό. Ήξερα πάντα, πως οτι δημιουργώ θα το παθαίνω. Ήξερα πάντα, οτι δεν θα αρκεστώ στον ένα φόνο. Ακόμα, ήξερα πως κάποια μέρα δεν θα μπορώ πια να υποκριθώ. Ήμουν ανίκανος να ζήσω. Δημιούργησα του εαυτού μου τον εχθρό. Ένας κλώνος, που μου έριχνε σφαίρες στα πόδια και είχε όψη αυτήν που έχω κι εγώ.




Πότε πέθαινε εκείνος, πότε πέθαινα εγώ, μα πιο συχνά, πέφταμε νεκροί κι οι δυο. 

They were both killed by abortion.

Πέρυσι , τέτοια μέρα εγκατέλειψα το παιδί μου. Το έδωσα για υιοθεσία. Ούτε ξέρω ποιοι θα ΄ναι τώρα οι γονείς του. Αν θα το μάθουν καλά ή μήπως κακά. Ήμουν ανίκανη μάνα, μα ίσως να μην ήταν εκείνη ακόμα η ώρα μου. Στα χέρια μου, σταμάταγε το κλάμα, μα όταν έφευγα με τιμωρούσε. Έκλαιγε, σα να θήλαζε από το γάλα μου, όλη μου την υστερία και μετά την έφτυνε αντιδραστικά στη μούρη μου. Το ίδιο το γάλα, που όσο κρατούσα το παιδί στην αγκαλιά μου, το ρούφαγε σα να ήξερε πως μια μέρα θα τελειώσει.
Το παράτησα ένα απόγευμα, ύστερα απο πολύ μίσος για τον εαυτό μου. Μόνο του, σε τόσο τρυφερή ηλικία, ενώ στωικά πάντα το κρατούσα σφιχτά πάνω μου. Και τώρα, με κάθε τρόπο εμφανίζεται παραπονεμένο μπροστά μου. Έρχεται στον ύπνο μου και δε σταματά να με δικάζει, που τόσο άσπλαχνα το άφησα απο τα χέρια μου.
Δε μ΄αφήνει η αγωνία και ο πόνος μου θυμίζει κάθε λεπτό τη φυγόπονη πλευρά μου, που τόσο εύκολα ξεδίπλωσα στα μάτια του, που ήμουν η πιο δειλή μητέρα, του κόσμου όλου.
Ήμουν πάντα βαθιά θλιμμένη, που πρόδωσα το ίδιο μου το σπέρμα. Πάντα όμως απο εκεί ξεκινούσα.
Σήμερα, ακόμα χάνω τον ύπνο μου για να το δω κάπου να παίζει και ονειρεύομαι πως τίποτα δεν θα του θυμίζει πια πόσο άδικος είναι ο κόσμος, πως θα βγάλει δόντια κοφτερά.
Τώρα πια, απο μακριά θα χαίρομαι με τη χαρά του.
Ντρέπομαι που δεν κατάφερα να μας μεγαλώσω. Λυπάμαι που δεν κατάφερα να σε φέρω σε ένα κόσμο όμορφο. Θα πρέπει -πρώτα- όμως αυτός να υπάρχει.

Violence Constructor.

Συμφωνικές ορχήστρες οι βοές στα αυτιά μας. Διάλογοι που αναπαράγονται με τη χρήση λεκτικής βίας. Διαμελίζοντας τη σκέψη μου.. , τί θα μπορούσε να με φθείρει περισσότερο; Υπάρχει κάτι να κατακτήσω; Βίαια. Υπάρχει κάτι να κατακτήσω βίαια; Σου προσφέρω λουλούδια χωρίς να τα μυρίσω. Δεν είναι και τόσο βίαιο τελικά. Σου τα παίρνω από τα χέρια. Τίποτα δε θυμίζει τον τρόπο που στα προσέφερα. Άοσμα, τα χαρακτήρισες. Ανώφελα, τα μύρισα, όταν τα απέσπασα από σένα.
Μύριζαν ωραία. Μύριζαν κι αυτά πολύ ωραία.
Δε λέω πως έχασες την όσφρηση σου, λέω πως έπαψες να θες να με μυρίσεις.
Δε θα υπάρξει ανατροπή. Απροκάλυπτα, θα έσπερνε αιματηρή βία. Θα θρηνούσα τότε, δεκάδες αθώα θύματα. Θα κρατούσα στο ένα μου χέρι τις ψυχές - όλου του κόσμου - των δειλών και στο άλλο τη δική μου, την άτολμη, την κλαψιάρα. Τότε θα ένωνα τις χούφτες μου, θα τις έφερνα στην πιο τέλεια εφαπτόμενη επαφή.
Οι ψυχές μας θα συσπειρωθούν και θα ξεράσουν πίσω τη βία που τότε σημαινόταν από απραξία. Θα γνωρίσετε ένα καινούριο κατασκεύασμα βίας. Αχ, ανυπομονώ.

Η παντοδύναμη πολιτική μιας στρουθοκαμήλου.

Σκορπίσαμε τα όνειρά μας στην αβαθή θάλασσα. Πριν προλάβεις να με αμφισβητήσεις, μάθε πως εγώ πρώτος με αμφισβήτησα. Πριν ακόμα βουτήξεις το κεφάλι σου κάτω από την επιφάνεια, εγώ πρώτος το βούτηξα. Και δεν μου ήταν αρκετό. Σήμερα το βυθίζω μέσα στο χώμα, για να μη νιώθω την ηδονή που μου προσφέρει  το νερό, όπως γλείφει το πρόσωπό μου. Αποζητώ την τραχιά τριβή που δημιουργεί το χώμα με το δέρμα μου. Θέλω, αν καταφέρω και επιβιώσω από αυτή τη στενή χωμάτινη επαφή, να γρατζουνιστεί η μούρη μου, να νιώσω το αίμα μου να τρέχει. Σιχάθηκα να φαντάζομαι τις αιματοχυσίες. Ζητώ κάτι χειροπιαστά οδυνηρό να με τιμωρήσει για να του καταλογίσω τις ευθύνες όλες. Πρέπει να βρεθεί κάτι, αλλιώς θα αφήσω τα νύχια μου να μακρύνουν και θα τα μπήξω μέσα στα μάτια μου.

Επίθεση κατά αγνώστου.

Θα ήθελα όταν σου απευθύνομαι να ξέρω ποιος είσαι. Να μπορώ να σε αναγνωρίσω. Θα το ήθελα πολύ, να ξέρω ποια είμαι, τι σου είμαι. Είμαι για 'σένα το τίποτα; Είμαι για 'σένα τα πάντα;
 Δε γυαλίζει πια το μάτι μου, θολό σε όλη την επιφάνειά του. Μισο-κατεβασμένα τα βλέφαρα, διάχυτη η κόπωση στο σώμα μου. Ανήμπορη να υψώσω τα χέρια μου, ανήμπορη να σχηματίσω τη γροθιά, από φόβο, μήπως τη ρίξω στο στομάχι μου. Πολύ ανόητο , εν όσο παραμονεύει ο εχθρός. Πολύ ανόητο, να εκθέσω με τόση αφέλεια τις αδυναμίες μου.
Θα τη ρίξω τη γροθιά. Θα το κάνω για να μπορώ να σου δείξω ότι είσαι τα πάντα για μένα, ακόμα κι αν εγώ για σένα είμαι το τίποτα, ακόμα κι αν είμαι τα πάντα.