Φυλλοβόλο.

Σήμερα, όπως θα πέφτουν τα φύλλα, κατακόκκινα πάνω σου.
Ψυχρό λουτρό, μέσα στο κατα-χείμωνο. Δεν θα κρυώνεις.
Θα σε σκεπάσουν. Μόνο μια, δυο τούφες απο τα μαλλιά σου
θα φαίνονται. Μου ζήτησες τριαντάφυλλα - Δε βρήκα.
Δεν ευδοκιμούν εδώ. Είναι πολύ το κρύο.
Μου ζήτησες τουλίπες. - Επιμένω. Δεν σου ταιριάζουν.
Φύλλα κόκκινα, πλατιά προτιμώ. Θα τα ράψω μεταξύ τους,
για να σε σκεπάζω τα βράδια. Μου δίνω λίγες ακόμα μέρες
περιθώριο, για να μείνω μόνη στο κρεβάτι μου, με μια ντουζίνα
ρημαγμένα φύλλα στην αγκαλιά μου, μούσκεμα κι εκείνα απο το
κλάμα. Μη μου τα πάρεις κι αυτά. Μη με αποξηράνεις.


Στη βιβλιοθήκη.

Η γριά αναστήθηκε. Τρεις μέρες τρέχουμε τώρα. Και καλά εσύ, αλλά εγώ? Εγώ γιατί?
Εγώ είμαι γριά. Δεν είμαι εγώ για αυτά. Τρέχω χωρίς να ξέρω το γιατί. Ακόμα και να μου το εξήγησε κάποιος, δεν θα το κατάλαβα. Νιώθω χαζή.
Στραβοκαταπίνω για να κατέβει ο κόμπος, που ενώνει το στομάχι μου με τον οισοφάγο.
Περπατώ μέσα στο δωμάτιο με τους υπολογιστές, απο γωνία σε γωνία, χιαστή, με λιτά βήματα, για να μην ενοχλώ. Τα παπούτσια μου τρίζουν στα μάρμαρα. Χτυπάει η πόρτα και μου διακόπτει αυτό το άπληστο χασμουρητό.
- Θέλεις μήπως βοήθεια?
- Τι άλλο να ζητήσω? Ίσως λίγη απο την προσοχή σου. Θέλω να με αγκαλιάζεις τη μέρα, όπως με αγκαλιάζεις τη νύχτα. Τότε με αγαπάς και με σφίγγεις ή είναι τόσο το σκοτάδι, που με μπερδεύεις με άλλη?


Πλημμυρίδα για μια μέρα, άμπωτης για μια ζωη.

Παλίρροια είναι αυτό στη λίμνη μας? Τη μια στιγμή να πλατσουρίζουμε στα νερά και την άλλη να πεθαίνει κάθε τι ζωντανό. Πλημμυρίδα όταν έρχεσαι τη μέρα. Νερά πολλά παντού και ζωή μέσα μου. Φουσκώνουν οι καταράκτες μπροστά μας. Το νερό ζεσταίνει και μας αγκαλιάζει τρυφερά. Πνιγόμαστε, αλλά τουλαχιστόν μου κρατάς το χέρι σφιχτά. Αν χαθείς εσύ, θα χαθώ κι εγώ. Το αποφάσισα.
Άμπωτης όταν φεύγεις και πέφτει αφύσικο σκοτάδι. Νεκρική σιγή και ξηρασία. Όλα πεθαίνουν με τέλεια διαδοχή και τα ψάρια σπαρταρούν στην άμμο. Ψάρια και φύκια σε αποσύνθεση. Μοναδική μου συντροφιά, τα πουλιά. Σκάβω, αλλά δε βρίσκω χρώμα. Γκρί παραμένει. Μα, είναι χρώμα το γκρί? Το γκρί είναι συναίσθημα. Συναίσθημα, που ζήλεψαν τα χρώματα και το έκλεψαν. Τι του ζήλεψαν θα ήθελα να ξέρω?! Και μου αφήνεις το χέρι, γιατί σε παίρνει η άμπωτης και εγώ μένω στη στεριά, να σου κουνάω το μαντήλι. Και μαζί με σένα, φυσάει δυνατός αέρας και μου παίρνει το μαντήλι. Τώρα δεν έχω τίποτα. Δεν χωνεύεται η νύχτα, δυστυχώς. Έρχονται προς τα πάνω μου τα πουλιά. Με αρπάζουν και πετάμε απο πάνω σου. Έχουν ένστικτο τα πουλιά. Πάντα καταφέρνουν και τη γλιτώνουν. Βουτάμε απο ψηλά... Τα χαζό-πουλα! Δεν με προειδοποίησαν και τα νερά είναι τόσο παγωμένα, που μου κόβουν την αναπνοή. Και τι μπορεί να με τρομάξει πια?
Τώρα που μπορείς να με δεις, ψάρεψέ με.
Δεν με ματώνουν πια τα αγκίστρια.


Φόβος στεγνός.

Με τεράστια χαμόγελα υποδεχτήκαμε το φόβο που έφθασε κοντά, σαν ανάσα στη μύτη μας.
[ 00:00 ] Οι ανάσες ταυτίζονται και παραμένουν στατικές και αγχωμένες.
[ 00:03 ] Οι ανάσες μπερδεύονται και τις νιώθω υγρές.
[ 00:09 ] Δεν ακούω δεύτερη ανάσα.
[ 00:10 ] Δεν υπήρξε ποτέ δεύτερη ανάσα. Φόβος ήταν. Στεγνός φόβος.

Τυχαίνει να.

Γιατί τυχαίνει να πετάω κι εγώ το πρώτο απόκομα του χαρτιού υγείας, στις δημόσιες τουαλέτες, ακόμα και όταν δεν πρόκειται να το χρησιμοποιήσω.
Τυχαίνει, να αφήνω κι εγώ το πιάτο μου γεμάτο, όταν μου κάνεις το στομάχι papillon. Τυχαίνει να μη στεγνώνω τα μαλλιά μου επίτηδες, για να στεγνώσουν πάνω μου και να σου λέω πως αρρώστησα, πως δεν αισθάνομαι καλά -χωρίς να ρίχνω το φταίξιμο σε σένα- Τυχαίνει να μου αρέσει κι εμένα να περπατάω βράδυ σε άδειες πόλεις, με τα χέρια στις τσέπες. Τυχαίνει να χαμογελάω βιαστικά, για να μην προλάβεις να με δεις, να μην προλάβεις να πιστέψεις πως με ζεις, γιατί δεν με ζεις. Μα ούτε κι εγώ σε ζω.


Δεν είμαι.

Πάντα θα υπάρχει ένας ξένος έξω απο την πόρτα σου.
Δεν είμαι εγώ.
Πάντα θα ακούγεται μια φωνή απο το σαλόνι σου.
Δεν είμαι εγώ.
Πάντα θα βλέπεις κάποιον να τρώει στο τραπέζι, δίπλα σου.
Δεν είμαι εγώ.
Κι εσύ ξαφνιάζεσαι , παρατάς το φαγητό και δεν τρώς μπουκιά
για το επόμενο λεπτό. Μην ανησυχείς.
Δεν είμαι. Εγώ δεν φαίνομαι.

Μου αρέσει.

Μου αρέσει η βροχή - αλμυρή- όταν κυλάει στα χείλη μου,
γιατί μου θυμίζει τη γεύση που είχαν τα δάκρυα
χαράς σου. Μου αρέσει όταν δακρύζει στα μάτια μου,
γιατί μου θυμίζει τις σταγόνες που έπεφταν απ' τη σκιά
σου.
Μου αρέσει που χαστουκίζει ο αέρας τα κόκκινα μάγουλά μου,
γιατί είμαι φαντασιόπληκτη και κάθε φορά που ονειρέυομαι,
χτυπάω τα γόνατά μου.