Violence Constructor.

Συμφωνικές ορχήστρες οι βοές στα αυτιά μας. Διάλογοι που αναπαράγονται με τη χρήση λεκτικής βίας. Διαμελίζοντας τη σκέψη μου.. , τί θα μπορούσε να με φθείρει περισσότερο; Υπάρχει κάτι να κατακτήσω; Βίαια. Υπάρχει κάτι να κατακτήσω βίαια; Σου προσφέρω λουλούδια χωρίς να τα μυρίσω. Δεν είναι και τόσο βίαιο τελικά. Σου τα παίρνω από τα χέρια. Τίποτα δε θυμίζει τον τρόπο που στα προσέφερα. Άοσμα, τα χαρακτήρισες. Ανώφελα, τα μύρισα, όταν τα απέσπασα από σένα.
Μύριζαν ωραία. Μύριζαν κι αυτά πολύ ωραία.
Δε λέω πως έχασες την όσφρηση σου, λέω πως έπαψες να θες να με μυρίσεις.
Δε θα υπάρξει ανατροπή. Απροκάλυπτα, θα έσπερνε αιματηρή βία. Θα θρηνούσα τότε, δεκάδες αθώα θύματα. Θα κρατούσα στο ένα μου χέρι τις ψυχές - όλου του κόσμου - των δειλών και στο άλλο τη δική μου, την άτολμη, την κλαψιάρα. Τότε θα ένωνα τις χούφτες μου, θα τις έφερνα στην πιο τέλεια εφαπτόμενη επαφή.
Οι ψυχές μας θα συσπειρωθούν και θα ξεράσουν πίσω τη βία που τότε σημαινόταν από απραξία. Θα γνωρίσετε ένα καινούριο κατασκεύασμα βίας. Αχ, ανυπομονώ.

Η παντοδύναμη πολιτική μιας στρουθοκαμήλου.

Σκορπίσαμε τα όνειρά μας στην αβαθή θάλασσα. Πριν προλάβεις να με αμφισβητήσεις, μάθε πως εγώ πρώτος με αμφισβήτησα. Πριν ακόμα βουτήξεις το κεφάλι σου κάτω από την επιφάνεια, εγώ πρώτος το βούτηξα. Και δεν μου ήταν αρκετό. Σήμερα το βυθίζω μέσα στο χώμα, για να μη νιώθω την ηδονή που μου προσφέρει  το νερό, όπως γλείφει το πρόσωπό μου. Αποζητώ την τραχιά τριβή που δημιουργεί το χώμα με το δέρμα μου. Θέλω, αν καταφέρω και επιβιώσω από αυτή τη στενή χωμάτινη επαφή, να γρατζουνιστεί η μούρη μου, να νιώσω το αίμα μου να τρέχει. Σιχάθηκα να φαντάζομαι τις αιματοχυσίες. Ζητώ κάτι χειροπιαστά οδυνηρό να με τιμωρήσει για να του καταλογίσω τις ευθύνες όλες. Πρέπει να βρεθεί κάτι, αλλιώς θα αφήσω τα νύχια μου να μακρύνουν και θα τα μπήξω μέσα στα μάτια μου.

Επίθεση κατά αγνώστου.

Θα ήθελα όταν σου απευθύνομαι να ξέρω ποιος είσαι. Να μπορώ να σε αναγνωρίσω. Θα το ήθελα πολύ, να ξέρω ποια είμαι, τι σου είμαι. Είμαι για 'σένα το τίποτα; Είμαι για 'σένα τα πάντα;
 Δε γυαλίζει πια το μάτι μου, θολό σε όλη την επιφάνειά του. Μισο-κατεβασμένα τα βλέφαρα, διάχυτη η κόπωση στο σώμα μου. Ανήμπορη να υψώσω τα χέρια μου, ανήμπορη να σχηματίσω τη γροθιά, από φόβο, μήπως τη ρίξω στο στομάχι μου. Πολύ ανόητο , εν όσο παραμονεύει ο εχθρός. Πολύ ανόητο, να εκθέσω με τόση αφέλεια τις αδυναμίες μου.
Θα τη ρίξω τη γροθιά. Θα το κάνω για να μπορώ να σου δείξω ότι είσαι τα πάντα για μένα, ακόμα κι αν εγώ για σένα είμαι το τίποτα, ακόμα κι αν είμαι τα πάντα.

Η τελευταία επανάληψη.

Διαφορετικά από ότι με συνήθισες, διαλέγω τους δρόμους που θα πάρω. Τις περισσότερες φορές είναι χωματόδρομοι και τρέχω γρήγορα για να σηκώσω σκόνη. Μπαίνει στα μάτια σου, μα δεν κρατά για πολύ. Πληγιάζει τα μάτια σου, κάποιες φορές ανεπανόρθωτα, αλλά μπορείς και βλέπεις. Κι όταν νομίζεις ότι εγώ μένω ανέπαφη και εισπνέω άφθονο οξυγόνο, τότε.. πάνω στην πρώτη πρώτη ανάσα, δεν αμελώ να κοιτάξω τον καθρέφτη, να δω πως σε άφησα. Και διαρκεί πολύ. Δεν έχει σταματημό. Η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη . Ξεχνιέμαι, σε κοιτάζω, κλαίω που σε σκόνισα και βγαίνω εκτός δρόμου. Και επαναλαμβάνεται. Κάθε φορά, τη λέω τελευταία. Κάθε φορά, δεν έρχεται ποτέ η τελευταία.
Δεν υπάρχει τέλος, αν δεν το ορίσει κανείς. Ποιο είναι το τέλος αυτή τη φορά; Θα σου αποδείξω ότι θα μάθω να ορίζω το τέλος. Θα το καταλάβεις όταν αρχίσω να εμπιστεύομαι τον εαυτό μου, όταν σταματήσω να ετεροκαθορίζομαι.

Σηκώνεσαι πολύ αργά. Γλιστράει το πέλμα σου στο χώμα. Πιστεύεις ότι τόση σκόνη, θα άξιζε όλη σε μένα. Όταν πλησιάζει το τέλος, όλα θα πρέπει να λήγουν δίκαια, ώστε να υπάρξει ξανά κάποτε η αρχή. Τόσο δίκαια, που αναγκάζει τη σκόνη που βλέπεις μπροστά σου, να κατοικήσει όλη μέσα μου.

Σιελόρροια.

Είδα τη  λύπη να σκοτεινιάζει τη θέα στα μάτια μας. Έχω δει την εύλογη απορία, να ζωγραφίζεται στα χείλη μας, τη συντριβή να παραλύει τα χέρια μας. Μας είδα να ψυχορραγούμε παρατηρώντας τα πάντα γύρω μας να ζουν. Να ζουν κακά, αλλά να ζουν. Έχω δει τα γεγονότα να κινούνται γύρω από τον εαυτό τους και να παραμένουν στάσιμα. Είδα τα γέλια να μαραίνονται και να αντλούν από το στόμα, σάλια αναζωογόνησης. Σάλια που μας ξεδιψούν, τα ίδια σάλια που μας πλένουν. Αυτά που στερεύουν κατά τη διάρκεια της νύχτας.
Να ‘ρθεις κι εσύ μαζί μου, όταν σύννεφα πλακώσουν το μικρό μου ορίζοντα. Να ‘ρθεις κι εσύ μαζί μου, να μου κρατάς το χέρι , να βλέπω τη θέα απ’ τα δικά σου τα μάτια. Τώρα που η όρασή μου θόλωσε απ’ τους καπνούς της πύρινης λάβας, εκείνης που κυλάει από το στόμα σου και μου διαλύει τα μάτια.

Ανακαλώ τον εαυτό μου. Ανακαλώ το ίδιο μου το είναι. Ανακαλώ τα χρώματα που άφηνες στο σπίτι μου, όταν έσερνες την ουρά σου στο πάτωμα. Στους γρίφους σου, δε βρίσκω απαντήσεις. Για τους δικούς μου, δεν τολμώ να μιλήσω. Υποτάσσομαι. Το σιχαίνομαι, μα θα το κάνω.


Κατάλοιπα ερπετοειδούς λογικής.

Η άνοιξη βιάστηκε να κλείσει τις κουρτίνες της,
χωρίς καμία προετοιμασία για την απότομη εισβολή του καλοκαιριού.
Λίγο ίσκιο χρειαζόμαστε.
Το πέρας των εποχών
καθόλου δεν κλονίζει τη δεσπόζουσα τυραννία
που βρωμίζει την ατμόσφαιρα.
Τα φίδια θα ξεχυθούν στους δρόμους
και θα βιάσουν τυφλά και οργισμένα
τα ιδρωμένα αστικά κορμιά.
Κάτι μέσα μου ελπίζει
πως θα μπει ένα τέλος στην αυτάρεσκη ερπετοειδή μου συνείδηση.
Αυτή η ζέστη όμως
και αυτό το ξύπνημα των ερπετών
θα σέρνεται παντού μέσα μου
και γύρω μου.
Με φοβίζουν τα ηδονικά σωματικά υγρά ,
το δηλητηριασμένο σπέρμα που αναβλύζουν τα δόντια μου,
η πορνογραφική ικανοποίηση που γεύομαι
με κάθε δαγκωνιά σάρκας θηλαστικού.
Είμαστε πολλά τα ερπετά
που δεν κρυώνουμε το χειμώνα.
Πώς φεύγει έτσι τρέχοντας η άνοιξη;
Κάποτε, οι μυρωδιές των λουλουδιών
εξαφάνισαν από τη γη τα μεγάλα ερπετά.
Θα σκίσω τα γόνατά μου για να μυρίσω το τελευταίο άνθος,
εκείνο θα εξοντώσει το παρανοϊκό θυμωμένο φίδι,
που στριμώχνεται στο κεφάλι μου,
στραγγαλίζοντας τους μικρούς στημόνες,
που απαρτίζουν τη συνείδησή μου.
Δεν έχει πλάκα η ματωμένη ηδονή.

Οι Αυτόχειρες.

Για εμάς τους φοβιτσιάριδες, θα είναι ομαδικοί οι τάφοι. Για εμάς τους βαλτωμένους  η σήψη θα καλύψει κάθε νότα ευωδιάς. Για 'μας τους νοσταλγικούς , η νύχτα θα διαρκεί είκοσιτέσσερις ώρες. Εμείς οι καμπούριδες, θέλουμε πολύ να φτάσουμε το ύψος σας. Για 'μας, που η αγάπη μας προκαλεί κλάμα και όχι γέλιο, θα είναι δύσκολη η ανάρρωση. Για ΄μας, που η ζωή μας τρέχει γρήγορα και βασανιστικά αργά, πρέπει να βρέξει καταιγίδα για να μας ξεδιψάσει. Εμείς που καταλαβαίνουμε πάντα καθυστερημένα, πρέπει να καούμε για να φωτοσυνθέσουμε. Εμείς που κυνικά ζητούμε να γίνουμε τέλειοι - δυστυχισμένοι, κατάδικοι - απαιτούμε να μεταμορφωθούμε σε ανθρώπους, ξεχνώντας ποιά είναι τα χαρακτηριστικά αυτής της λέξης. Χάσαμε τον έλεγχο. Ξεχάσαμε πως είμαστε άνθρωποι. Ξεχάσαμε πως όταν περπατάμε, με τα ρόπαλα στα χέρια, άδικα, δεν πρέπει να χτυπούμε, πως όταν σκάει και σκίζεται το δέρμα μας, δε φταίει ο ήλιος που φωτίζει, μα εμείς που καθόμαστε στα ξέφωτα, πως όταν ματώνει το σώμα μας, δε φταίνε οι σφαίρες που μας ρίχνετε, αλλά τα κοφτερά νύχια που μπήγουμε στη σάρκα μας. Μας συγχωρείτε που είμαστε, αλλά αν δεν ήσασταν, δεν θα ήμασταν. Μακάρι να ήμασταν δολοφόνοι, ίσως τότε... Ίσως τότε, να νιώθαμε για λίγο ευτυχισμένοι.